πολιορκητικός

πολιορκητικός
-ή, -ό
1. αυτός που χρησιμεύει ή αναφέρεται στην πολιορκία: Πολιορκητική μηχανή.
2. το θηλ. ως ουσ., πολιορκητική η τέχνη της πολιορκίας.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • πολιορκητικός — ή, ό / πολιορκητικός, ή, όν, ΝΜΑ [πολιορκώ] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην πολιορκία («ταῖς πολιορκητικαῑς ἐπινοίαις καὶ βίαις χρησάμενοι», Πολ.) 2. αυτός που χρησιμεύει για τη διεξαγωγή πολιορκίας («πολιορκητικές μηχανές» μηχανικές… …   Dictionary of Greek

  • πολιορκητικά — πολιορκητικός of neut nom/voc/acc pl πολιορκητικά̱ , πολιορκητικός of fem nom/voc/acc dual πολιορκητικά̱ , πολιορκητικός of fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολιορκητικῶν — πολιορκητικός of fem gen pl πολιορκητικός of masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολιορκητικόν — πολιορκητικός of masc acc sg πολιορκητικός of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολιορκητικαῖς — πολιορκητικός of fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολιορκητικοῖς — πολιορκητικός of masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολιορκητικοῦ — πολιορκητικός of masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολιορκητικούς — πολιορκητικός of masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολιορκητικήν — πολιορκητικός of fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολιορκητικῶς — πολιορκητικός of adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”